- Ende
- Ende[ˈɛndə]<-s, -n> nt1. (räumlich) τέλος nt, τέρμα nt,• des Jahres τέλος του χρόνου,• Mai τέλη Μαΐου,• der Tag geht zu η ημέρα τελειώνει,• ein Buch zu lesen τελειώνω ένα βιβλίο,• er ist vierzig κοντεύει τα πενήντα,• am sein (fig) έχω φτάσει στο αμήν,• bis ans der Welt μέχρι το τέλος του κόσμου,• ein gutes/böses nehmen έχω καλό/κακό τέλος,• am seiner Kräfte sein εξαντλήθηκαν όλες μου οι δυνάμεις,• einer Sache ein machen/bereiten βάζω τέρμα σε κάτι,• kein finden δε βρίσκω τελειωμό,• gut, alles gut! τέλος καλό, όλα καλά!,• das dicke kommt noch πίσω έχει η αχλάδα την ουρά,• letzten s σε τελική ανάλυση,• das vom Lied το τέλος της όλης υπόθεσης2. (Rand) άκρη f,• am anderen der Stadt στην άλλη άκρη της πόλης3. (Tod) τέλος nt, θάνατος m4. (Stück) δρόμος m,• bis zum Bahnhof ist es noch ein ganzes είναι αρκετός δρόμος ακόμη μέχρι το σταθμό
Wörterbuch Deutsch-Griechisch . 2015.